Παρότι έχουν περάσει δώδεκα χρόνια από την επιβολή του, το «ψαλίδι» 10% στους μισθούς των νεοεισερχόμενων δημοσίων υπαλλήλων, εξακολουθεί να προκαλεί τριγμούς ως μνημονιακό κατάλοιπο.
Το συνδικαλιστικό κίνημα (ΠΑΣΥΔΥ, ΣΕΚ, ΠΕΟ) βγαίνει ξανά στην αντεπίθεση, θέτοντας το ζήτημα στο Υπουργείο Οικονομικών. Το επιχείρημά τους είναι διττό: αφενός, η αποκοπή αποτελεί μια κατάφωρη κοινωνική αδικία, καθώς δεν αγγίζει τα υψηλόμισθα στελέχη (κλίμακα Α13 και άνω)· αφετέρου, λειτουργεί ως ανασχετικός παράγοντας για την προσέλκυση ποιοτικού ανθρώπινου δυναμικού.
Η πραγματικότητα είναι αποκαλυπτική: με αρχικούς μισθούς που μετά την αποκοπή αγγίζουν μόλις τα 1.200-1.300 ευρώ, το Δημόσιο αδυνατεί να ανταγωνιστεί τον ιδιωτικό τομέα. Οι νέοι προσοντούχοι υπάλληλοι χρησιμοποιούν συχνά τις θέσεις στο δημόσιο ως «σταθμό» μέχρι να βρουν κάτι καλύτερο, οδηγώντας σε αυξημένη κινητικότητα και απώλεια τεχνογνωσίας.
Ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, η διατήρηση αυτής της αποκοπής δημιουργεί μια αντίφαση. Οι συντεχνίες ζητούν πλέον ολιστική αναθεώρηση της μισθολογικής αρχιτεκτονικής, ώστε το κράτος να πάψει να «τιμωρεί» τους νέους εργαζόμενους για μια κρίση που έχει προ πολλού παρέλθει. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το μέτρο αποδίδει δημοσιονομικά, αλλά αν η δημόσια υπηρεσία μπορεί να αντέξει το κόστος της απαξίωσής της.



