Οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για ριζικές αλλαγές στη φορολόγηση και τη διάθεση των καπνικών προϊόντων, με στόχο τη μείωση της κατανάλωσης και την εναρμόνιση των συντελεστών σε επίπεδο ΕΕ, δημιουργούν έντονη ανησυχία στην Κύπρο αλλά και σε άλλα κράτη μέλη, για το ενδεχόμενο έκρηξης του λαθρεμπορίου. Οι επιπτώσεις στην αγορά από τις εισηγήσεις, ενδεχομένως να έχουν έντονο αποτύπωμα στην καθημερινότητα καταναλωτών και επαγγελματιών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει μια ριζική αναθεώρηση της φορολογίας στα καπνικά προϊόντα, εισάγοντας τις πιο κάτω αυξήσεις:
- 139% στα τσιγάρα,
- 258% στον καπνό για στριφτά τσιγάρα,
- και πάνω από 1.000% στα πούρα.
Παράλληλα, θέτει για πρώτη φορά ενιαίο πλαίσιο φορολόγησης για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα προϊόντα νικοτίνης, με στόχο την εναρμόνιση των συντελεστών στην Ε.Ε. και την αντιμετώπιση της κατανάλωσης, ιδιαίτερα σε νέες ηλικίες. Η πρόταση εντάσσεται στην αναθεώρηση της οδηγίας περί φορολόγησης του καπνού και συνοδεύεται από νέο ίδιο πόρο της Ένωσης (TEDOR), με εκτιμώμενη αύξηση εσόδων άνω των 15 δισ. ευρώ.
Πέρα από το καθαρά φορολογικό σκέλος, η Κομισιόν εισηγείται μέτρα που αλλάζουν ολοκληρωτικά την αγορά. Πρόκειται για αλλαγές όπως απαγόρευση φίλτρων, δραστική μείωση των σημείων πώλησης και σταδιακό περιορισμό της διάθεσης καπνικών από το λιανεμπόριο, μεταφέροντας την πώληση σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αυξήσεις φόρων αποτελούν το αποτελεσματικότερο μέσο περιορισμού της κατανάλωσης, αποδίδοντας το 40% της μείωσης του καπνίσματος της τελευταίας δεκαετίας στη φορολογία.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις από κράτη-μέλη του ευρωπαϊκού Νότου, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, που προειδοποιούν για κινδύνους αύξησης του λαθρεμπορίου και απώλειας ανταγωνιστικότητας για τις εγχώριες καπνοβιομηχανίες. Παρά τις επιφυλάξεις, η Κομισιόν πιέζει για οριστικοποίηση της πρότασης έως το καλοκαίρι του 2026, με το Βορρά να απαιτεί πιο ομοιόμορφο και αυστηρό καθεστώς φορολόγησης σε ολόκληρη την ενιαία αγορά. Η ενδεχόμενη αύξηση στη φορολογία αναμένεται να φέρει αλυσιδωτές επιπτώσεις στα σημεία πώλησης καπνικών ειδών, και κυρίως στα περίπτερα.



