Η Κύπρος εξακολουθεί να βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στη φορολόγηση των επιχειρήσεων για τη χρηματοδότηση των δημόσιων εσόδων, καθώς ο εταιρικός φόρος αντιπροσωπεύει πλέον το 19% των συνολικών φορολογικών εισπράξεων του κράτους. Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών με τη μεγαλύτερη συμβολή των επιχειρήσεων στα δημόσια ταμεία, γεγονός που αντανακλά τόσο τη δομή της κυπριακής οικονομίας όσο και τον σημαντικό ρόλο των διεθνών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο νησί.
Το 2026 τέθηκε σε εφαρμογή η αύξηση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή από 12,5% σε 15%, στο πλαίσιο της προσαρμογής της χώρας στους διεθνείς κανόνες ελάχιστης φορολόγησης των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Η μεταρρύθμιση θεωρείται μία από τις σημαντικότερες αλλαγές του φορολογικού συστήματος των τελευταίων ετών και αποσκοπεί στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της Κύπρου, διασφαλίζοντας παράλληλα τη συμμόρφωση με τις νέες ευρωπαϊκές και διεθνείς απαιτήσεις.
Την ίδια στιγμή, στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι η Κύπρος κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στον σιωπηρό φορολογικό συντελεστή επί της εργασίας κατά την περίοδο 2014-2024. Η άνοδος, που ανήλθε σε 8,8 ποσοστιαίες μονάδες, αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των κοινωνικών εισφορών και στην εφαρμογή των εισφορών για το Γενικό Σύστημα Υγείας (ΓεΣΥ).
Παρά τις αλλαγές αυτές, οι μακροοικονομικές προοπτικές της κυπριακής οικονομίας παραμένουν θετικές. Τα συνολικά φορολογικά έσοδα αντιστοιχούσαν στο 36,3% του ΑΕΠ το 2024 και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στο 35,9% το 2026, ενώ οι προβλέψεις κάνουν λόγο για ανάπτυξη 2,3% το 2026 και 2,7% το 2027, με την ανεργία να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα, γύρω στο 4,2.



