«Ο πόλεμος έχει σχεδόν τελειώσει», δήλωσε χθες ο Ντόναλντ Τραμπ φέρνοντας τα πάνω κάτω σε χρηματιστήρια και αγορές, καθώς μπορεί ο πόλεμος με το Ιράν να έχει προκαλέσει έντονη αβεβαιότητα, ωστόσο μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα κερδοφόρα για ορισμένους κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας. Κυρίως οι εταιρείες της αμυντικής και ενεργειακής βιομηχανίας φαίνεται να ωφελούνται, καθώς η αυξημένη ζήτηση για όπλα, στρατιωτικό εξοπλισμό και ενέργεια δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες.
Για την ώρα οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ βρίσκονται σε εξέλιξη, χωρίς να είναι σαφές πόσο θα διαρκέσουν. Στις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης οι χρηματιστηριακές αγορές παρουσίασαν έντονη μεταβλητότητα. Παρ’ όλα αυτά, οι εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας με συμβάσεις με τον αμερικανικό στρατό, όπως η Lockheed Martin, η Raytheon, η Northrop Grumman και η Palantir, κατέγραψαν άνοδο στις μετοχές τους.
Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), στη σύρραξη χρησιμοποιούνται περισσότερα από 20 οπλικά συστήματα, πολλά από τα οποία κατασκευάζονται από τις εταιρείες αυτές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι πύραυλοι Tomahawk της Raytheon και τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας THAAD της Lockheed Martin. Αναλυτές επισημαίνουν ότι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην πυραυλική άμυνα είναι πιθανό να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα οφέλη από την αυξημένη στρατιωτική ζήτηση.
Την ίδια στιγμή, η ένταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει σημαντικά την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Η διέλευση δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ –από όπου διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου– έχει περιοριστεί, οδηγώντας σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Οι εξελίξεις αυτές ευνοούν ενεργειακούς κολοσσούς όπως η Exxon, η Chevron και η Occidental Petroleum, ενώ και μικρότερες εταιρείες του κλάδου αναμένεται να επωφεληθούν από τις υψηλότερες τιμές. Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι μια μακροχρόνια κρίση θα μπορούσε να ενισχύσει και τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς οι χώρες θα αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις για να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα.
Ωστόσο, άλλοι κλάδοι της οικονομίας αντιμετωπίζουν σοβαρές πιέσεις. Οι αυξημένες τιμές των καυσίμων και το γενικότερο κλίμα αβεβαιότητας επιβαρύνουν τις μεταφορές, τον τουρισμό και τα είδη πολυτελείας. Μεγάλες εταιρείες logistics όπως η FedEx και η UPS ενδέχεται να επηρεαστούν από την αύξηση του κόστους μεταφοράς και τις αλλαγές στις εμπορικές διαδρομές. Παράλληλα, αεροπορικές εταιρείες, ξενοδοχειακοί όμιλοι και εταιρείες κρουαζιέρας καταγράφουν απώλειες, καθώς οι ταξιδιωτικές κρατήσεις μειώνονται.
Παρά τα πιθανά κέρδη για ορισμένους κλάδους, οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι συνολικά η σύγκρουση ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Εκτιμάται μάλιστα ότι το οικονομικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να κυμανθεί μεταξύ 50 και 210 δισ. δολαρίων, εάν η κρίση παραταθεί.



