Η Suprema συμμετείχε στη Security Essen 2026, στην Αίθουσα 6 και στο περίπτερο 6F36, με αντικείμενο τον έλεγχο πρόσβασης και τη βιομετρική ταυτοποίηση. Η εταιρεία διέθετε ένα ευρύ χαρτοφυλάκιο που κάλυπτε αναγνώριση προσώπου, δακτυλικά αποτυπώματα, κάρτες RFID και διαπιστευτήρια κινητού τηλεφώνου, μαζί με λύσεις διαχείρισης πρόσβασης και ωρομέτρησης προσωπικού.
Στον πυρήνα της προϊοντικής της κατεύθυνσης βρισκόταν το BioStar X, μια πλατφόρμα τοπικής εγκατάστασης που ενοποιούσε τον έλεγχο θυρών, ζωνών και συμβάντων ασφάλειας. Η σύνδεση με συστήματα διαχείρισης βίντεο επέτρεπε τη συσχέτιση περιστατικών πρόσβασης με εικόνα, μέσω της αντίστοιχης πρόσθετης λειτουργίας. Παράλληλα, οι διαθέσιμες διεπαφές προγραμματισμού διευκόλυναν τη συνεργασία με εφαρμογές ανθρώπινου δυναμικού και άλλες επιχειρησιακές υποδομές. Οι καταγραφές ενεργειών και τα δικαιώματα χειριστών υποστήριζαν τον έλεγχο της λειτουργίας. Η κρυπτογράφηση επικοινωνιών και η διαβάθμιση πρόσβασης στα προσωπικά δεδομένα συμπλήρωναν τις δυνατότητες προστασίας της πλατφόρμας.
Το BioStar Air εξέφραζε την προσέγγιση της Suprema στη διαχείριση πρόσβασης μέσω cloud. Η πλατφόρμα επέτρεπε την εποπτεία πολλών εγκαταστάσεων, τη διαχείριση χρηστών και τον καθορισμό δικαιωμάτων από υπολογιστή ή κινητό. Η δυνατότητα απομακρυσμένης εγγραφής προσώπου διευκόλυνε την προετοιμασία της πρόσβασης πριν από την άφιξη του χρήστη. Οι κοινές ρυθμίσεις και πολιτικές βοηθούσαν οργανισμούς με διαφορετικά υποκαταστήματα να διατηρούν συνεπή διαχείριση. Οι υπεύθυνοι μπορούσαν να οργανώνουν θύρες και χρήστες σε ομάδες, ορίζοντας συγκεκριμένα ωράρια και επίπεδα πρόσβασης για κάθε εγκατάσταση.
Στον εξοπλισμό, το BioStation 3 Max αποτελούσε χαρακτηριστική πρόταση βιομετρικού τερματικού με τεχνητή νοημοσύνη. Συνδύαζε αναγνώριση προσώπου, οθόνη αφής επτά ιντσών, ενδοεπικοινωνία VoIP και τροφοδοσία PoE+, ενώ διέθετε εκδόσεις με αναγνώριση δακτυλικού αποτυπώματος. Η υποστήριξη καρτών, κινητών διαπιστευτηρίων και κωδικών QR προσέφερε επιλογές για διαφορετικές κατηγορίες χρηστών. Ο σχεδιασμός του απευθυνόταν σε εισόδους με αυξημένη κίνηση και απαιτήσεις ελέγχου.
Το XPass Q2 συμπλήρωνε τη γκάμα με ανάγνωση QR, γραμμωτών κωδικών και καρτών RFID, καθώς και υποστήριξη κινητού μέσω NFC και Bluetooth Low Energy. Η δυνατότητα ανάγνωσης από οθόνη τηλεφώνου ή έντυπο εξυπηρετούσε προσωρινά δικαιώματα, επισκέπτες και εφαρμογές εισιτηρίων. Με προστασία IP65 και ενσωματωμένο ρελέ πόρτας, το μοντέλο προσέφερε πρακτικές επιλογές εγκατάστασης και αξιοποίησης διαφορετικών μέσων πρόσβασης.
Η ευρύτερη εικόνα του χαρτοφυλακίου αποτύπωνε τη μετατόπιση προς συστήματα που συνέδεαν την ταυτοποίηση στην είσοδο με την κεντρική διαχείριση. Για τους επαγγελματίες του κλάδου, ουσιαστικό ενδιαφέρον είχαν η επιλογή τοπικής ή cloud αρχιτεκτονικής, η συνεργασία με υφιστάμενες εφαρμογές και η προσαρμογή των μεθόδων πρόσβασης στις ανάγκες κάθε εγκατάστασης. Η παρουσία της Suprema στη διοργάνωση εντασσόταν σε αυτήν την εξέλιξη, συνδέοντας τη βιομετρική τεχνολογία με την καθημερινή λειτουργία των κτιρίων.

